Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Zest

/zɛst/

noun

1. Vigorous and enthusiastic enjoyment

    synonym:
  • gusto
  • ,
  • relish
  • ,
  • zest
  • ,
  • zestfulness

1. Έντονη και ενθουσιώδης απόλαυση

συνώνυμο:
  • γκούστο,
  • απολαμβάνω,
  • ξύσμα,
  • ευφροσύνη

2. A tart spicy quality

    synonym:
  • nip
  • ,
  • piquance
  • ,
  • piquancy
  • ,
  • piquantness
  • ,
  • tang
  • ,
  • tanginess
  • ,
  • zest

2. Μια πικάντικη ποιότητα τάρτας

συνώνυμο:
  • νιπ,
  • πικάντικη,
  • πικάντικη,
  • πικάντικη,
  • τανγκ,
  • εφαπτομένο,
  • ξύσμα

verb

1. Add herbs or spices to

    synonym:
  • zest
  • ,
  • spice
  • ,
  • spice up

1. Προσθέστε βότανα ή μπαχαρικά σε

συνώνυμο:
  • ξύσμα,
  • μπαχαρικό,
  • αλείφω