Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Yin

/jɪn/

noun

1. The dark negative feminine principle in chinese dualistic cosmology

  • "The interaction of yin and yang maintains the harmony of the universe"
    synonym:
  • yin

1. Η σκοτεινή αρνητική θηλυκή αρχή στην κινεζική δυαδική κοσμολογία

  • "Η αλληλεπίδραση του γιν και του γιανγκ διατηρεί την αρμονία του σύμπαντος"
συνώνυμο:
  • γιν