Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Yak

/jæk/

noun

1. Noisy talk

    synonym:
  • yak
  • ,
  • yack
  • ,
  • yakety-yak
  • ,
  • chatter
  • ,
  • cackle

1. Θορυβώδης ομιλία

συνώνυμο:
  • γιακ,
  • υακ,
  • γιακίτι-γιακ,
  • παλαβόσ,
  • ανακατώνω

2. Large long-haired wild ox of tibet often domesticated

    synonym:
  • yak
  • ,
  • Bos grunniens

2. Μεγάλο μακρυμάλλη άγριο βόδι του θιβέτ συχνά εξημερώθηκε

συνώνυμο:
  • γιακ,
  • Μπόσκους γκρίνιες

verb

1. Talk profusely

  • "She was yakking away about her grandchildren"
    synonym:
  • yak
  • ,
  • gab

1. Μιλάω άφθονα

  • "Απομακρύνθηκε για τα εγγόνια της"
συνώνυμο:
  • γιακ,
  • αποτυχαίνω