Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Xylophone

/zaɪləfoʊn/

noun

1. A percussion instrument with wooden bars tuned to produce a chromatic scale and with resonators

  • Played with small mallets
    synonym:
  • marimba
  • ,
  • xylophone

1. Ένα κρουστό όργανο με ξύλινες ράβδους συντονισμένες για να παράγουν χρωματική κλίμακα και με αντηχεία

  • Παίζεται με μικρές σφυρίλες
συνώνυμο:
  • μαρίμπα,
  • ξυλόφωνο