Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Wrath

/ræθ/

noun

1. Intense anger (usually on an epic scale)

    synonym:
  • wrath

1. Έντονος θυμός (συνήθως σε επική κλίμακα)

συνώνυμο:
  • οργή

2. Belligerence aroused by a real or supposed wrong (personified as one of the deadly sins)

    synonym:
  • wrath
  • ,
  • anger
  • ,
  • ire
  • ,
  • ira

2. Πολεμική αναφορά που προκλήθηκε από ένα πραγματικό ή υποτιθέμενο λάθος (προσωποποιήθηκε ως ένα από τα θανατηφόρα αμαρτήματα)

συνώνυμο:
  • οργή,
  • θυμός,
  • ενοικίαση,
  • ιρά

Examples of using

Wrath doesn't control me, I control wrath instead.
Η οργή δεν με ελέγχει, αντίθετα ελέγχω την οργή.
They called down the wrath of God upon the heads of their enemies.
Κάλεσαν την οργή του Θεού πάνω στα κεφάλια των εχθρών τους.