Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Wrapper

/ræpər/

noun

1. A loose dressing gown for women

    synonym:
  • negligee
  • ,
  • neglige
  • ,
  • peignoir
  • ,
  • wrapper
  • ,
  • housecoat

1. Ένα χαλαρό ντύσιμο για τις γυναίκες

συνώνυμο:
  • αμέλεια,
  • νένλιτζ,
  • πεϊνιάρ,
  • περιτύλιγμα,
  • παλτό

2. The covering (usually paper or cellophane) in which something is wrapped

    synonym:
  • wrapping
  • ,
  • wrap
  • ,
  • wrapper

2. Το κάλυμμα (συνήθως χαρτί ή σελοφάν) στο οποίο κάτι είναι τυλιγμένο

συνώνυμο:
  • περιτύλιγμα,
  • τυλίγω,
  • περιτύλιγμα

3. Cloak that is folded or wrapped around a person

    synonym:
  • wrap
  • ,
  • wrapper

3. Μανδύας που είναι διπλωμένος ή τυλιγμένος γύρω από ένα άτομο

συνώνυμο:
  • τυλίγω,
  • περιτύλιγμα