Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Workroom

/wərkrum/

noun

1. Room where work is done

    synonym:
  • workroom

1. Δωμάτιο όπου γίνεται η δουλειά

συνώνυμο:
  • αίθουσα εργασίασ

Examples of using

He is still at work in the workroom.
Είναι ακόμα στην εργασία στο χώρο εργασίας.