Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "workmanship" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εργασία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Workmanship

[Εργασία]
/wərkmənʃɪp/

noun

1. Skill in an occupation or trade

    synonym:
  • craft
  • ,
  • craftsmanship
  • ,
  • workmanship

1. Δεξιότητα σε επάγγελμα ή εμπόριο

συνώνυμο:
  • σκάφος,
  • χειροτεχνία,
  • εργασία