Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Workman

/wərkmən/

noun

1. An employee who performs manual or industrial labor

    synonym:
  • workman
  • ,
  • workingman
  • ,
  • working man
  • ,
  • working person

1. Ένας υπάλληλος που εκτελεί χειρωνακτική ή βιομηχανική εργασία

συνώνυμο:
  • εργάτησ,
  • εργάτησ,
  • εργαζόμενος,
  • εργαζόμενος

Examples of using

A bad workman complains of his tools.
Ένας κακός εργάτης παραπονιέται για τα εργαλεία του.