Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Woodworking

/wʊdwərkɪŋ/

noun

1. The craft of a carpenter: making things out of wood

    synonym:
  • carpentry
  • ,
  • woodworking
  • ,
  • woodwork

1. Η τέχνη ενός ξυλουργού: φτιάχνοντας πράγματα από ξύλο

συνώνυμο:
  • ξυλουργική,
  • ξυλουργική,
  • ξυλόγλυπτο