Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Wizardry

/wɪzərdri/

noun

1. Exceptional creative ability

    synonym:
  • genius
  • ,
  • wizardry

1. Εξαιρετική δημιουργική ικανότητα

συνώνυμο:
  • ιδιοφυΐα,
  • μάγος

Examples of using

His handling of the ball borders on wizardry.
Ο χειρισμός της μπάλας συνορεύει με τη μαγεία.