Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Windy

/wɪndi/

adjective

1. Abounding in or exposed to the wind or breezes

  • "Blowy weather"
  • "A windy bluff"
    synonym:
  • blowy
  • ,
  • breezy
  • ,
  • windy

1. Αφθονώντας ή εκτεθειμένος στον άνεμο ή τους παγώνει

  • "Ανώμαλος καιρός"
  • "Μια ανεμώδης μπλόφα"
συνώνυμο:
  • ανατριχιαστικός,
  • ανεμώδησ,
  • ανεμώδησ

2. Not practical or realizable

  • Speculative
  • "Airy theories about socioeconomic improvement"
  • "Visionary schemes for getting rich"
    synonym:
  • airy
  • ,
  • impractical
  • ,
  • visionary
  • ,
  • Laputan
  • ,
  • windy

2. Δεν είναι πρακτικό ή πραγματοποιήσιμο

  • Κερδοσκοπικόσ
  • "Γαλακτοκομικά πράγματα για την κοινωνικοοικονομική βελτίωση"
  • "Προσωρινά συστήματα για να γίνει πλούσιος"
συνώνυμο:
  • ευάεροσ,
  • ανέφικτοσ,
  • οραματιστής,
  • Λαπουτάν,
  • ανεμώδησ

3. Resembling the wind in speed, force, or variability

  • "A windy dash home"
    synonym:
  • windy

3. Μοιάζει με τον άνεμο σε ταχύτητα, δύναμη ή μεταβλητότητα

  • "Ένα ανεμώδες ταμπλό σπίτι"
συνώνυμο:
  • ανεμώδησ

4. Using or containing too many words

  • "Long-winded (or windy) speakers"
  • "Verbose and ineffective instructional methods"
  • "Newspapers of the day printed long wordy editorials"
  • "Proceedings were delayed by wordy disputes"
    synonym:
  • long-winded
  • ,
  • tedious
  • ,
  • verbose
  • ,
  • windy
  • ,
  • wordy

4. Χρησιμοποιώντας ή περιέχοντας πάρα πολλές λέξεις

  • "Παρατεταμένα τυφλά ( ηχεία ανεμοδαρμένα"
  • "Σβηστές και αναποτελεσματικές εκπαιδευτικές μέθοδοι"
  • "Οι εφημερίδες της ημέρας εκτύπωσαν μεγάλες λέξεις"
  • "Οι διαδικασίες καθυστέρησαν από τις λεκτικές διαφωνίες"
συνώνυμο:
  • μακρυπόδαρος,
  • κουραστικός,
  • λεκτικόσ,
  • ανεμώδησ,
  • λεκτικόσ

Examples of using

It's cold and windy outdoors.
Είναι κρύο και θυελλώδες σε εξωτερικούς χώρους.
The weather is windy.
Ο καιρός είναι θυελλώδης.
It was very windy yesterday.
Ήταν πολύ θυελλώδης χθες.