Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Willingness

/wɪlɪŋnəs/

noun

1. Cheerful compliance

  • "He expressed his willingness to help"
    synonym:
  • willingness

1. Χαρούμενη συμμόρφωση

  • "Εξέφρασε την προθυμία του να βοηθήσει"
συνώνυμο:
  • προθυμία