Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Whistle

/wɪsəl/

noun

1. The sound made by something moving rapidly or by steam coming out of a small aperture

    synonym:
  • whistle
  • ,
  • whistling

1. Ο ήχος που γίνεται από κάτι που κινείται γρήγορα ή με ατμό που βγαίνει από ένα μικρό άνοιγμα

συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα,
  • σφυρίζω

2. The act of signalling (e.g., summoning) by whistling or blowing a whistle

  • "The whistle signalled the end of the game"
    synonym:
  • whistle
  • ,
  • whistling

2. Η πράξη της σηματοδότησης (π.χ., καλώντας) σφυρίζοντας ή φυσώντας ένα σφύριγμα

  • "Το σφύριγμα σήμανε το τέλος του παιχνιδιού"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα,
  • σφυρίζω

3. A small wind instrument that produces a whistling sound by blowing into it

    synonym:
  • whistle

3. Ένα μικρό όργανο ανέμου που παράγει έναν σφυρίζοντα ήχο φυσώντας σε αυτό

συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

4. Acoustic device that forces air or steam against an edge or into a cavity and so produces a loud shrill sound

    synonym:
  • whistle

4. Ακουστική συσκευή που αναγκάζει τον αέρα ή τον ατμό ενάντια σε μια άκρη ή σε μια κοιλότητα και έτσι παράγει ένα δυνατό ήχο συρρίκνωσης

συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

5. An inexpensive fipple flute

    synonym:
  • pennywhistle
  • ,
  • tin whistle
  • ,
  • whistle

5. Ένα φθηνό φλάουτο

συνώνυμο:
  • πέννι σφυρίχτρα,
  • σφυρίχτρα κασσίτερου,
  • σφυρίχτρα

verb

1. Make whistling sounds

  • "He lay there, snoring and whistling"
    synonym:
  • whistle

1. Κάντε ήχους σφυρίγματος

  • "Κάτσε εκεί, ροχαλητό και σφύριγμα"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

2. Move with, or as with, a whistling sound

  • "The bullets whistled past him"
    synonym:
  • whistle

2. Μετακίνηση με, ή όπως με, ένα σφύριγμα ήχο

  • "Οι σφαίρες σφύριζαν πέρα από αυτόν"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

3. Utter or express by whistling

  • "She whistled a melody"
    synonym:
  • whistle

3. Προφέρετε ή εκφράζεστε σφυρίζοντας

  • "Σφύριζε μια μελωδία"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

4. Move, send, or bring as if by whistling

  • "Her optimism whistled away these worries"
    synonym:
  • whistle

4. Μετακινήστε, στείλτε ή φέρτε σαν να σφυρίζετε

  • "Η αισιοδοξία της σφύριζε αυτές τις ανησυχίες"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

5. Make a whining, ringing, or whistling sound

  • "The kettle was singing"
  • "The bullet sang past his ear"
    synonym:
  • whistle
  • ,
  • sing

5. Κάντε ένα κλαψουρίζοντας, κουδούνισμα, ή σφυρίζοντας ήχο

  • "Το βραστήρα τραγουδούσε"
  • "Η σφαίρα τραγουδούσε πέρα από το αυτί του"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα,
  • τραγουδώ

6. Give a signal by whistling

  • "She whistled for her maid"
    synonym:
  • whistle

6. Δώστε ένα σήμα σφυρίζοντας

  • "Σφύριζε για την υπηρέτριά της"
συνώνυμο:
  • σφυρίχτρα

Examples of using

He can't whistle.
Δεν μπορεί να σφυρίζει.
Don't let him whistle.
Μην τον αφήσεις να σφυρίζει.
I cannot whistle.
Δεν μπορώ να σφυρίξω.