Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Whispering

/wɪspərɪŋ/

noun

1. A light noise, like the noise of silk clothing or leaves blowing in the wind

    synonym:
  • rustle
  • ,
  • rustling
  • ,
  • whisper
  • ,
  • whispering

1. Ένας ελαφρύς θόρυβος, όπως ο θόρυβος των μεταξωτών ρούχων ή των φύλλων που φυσούν στον άνεμο

συνώνυμο:
  • ανατρέπω,
  • θρόισμα,
  • ψιθυρίζω,
  • ψιθυρίζω

2. Speaking softly without vibration of the vocal cords

    synonym:
  • whisper
  • ,
  • whispering
  • ,
  • susurration
  • ,
  • voicelessness

2. Μιλώντας απαλά χωρίς δόνηση των φωνητικών χορδών

συνώνυμο:
  • ψιθυρίζω,
  • ψιθυρίζω,
  • επιφυλακτικότητα,
  • αφωνία

adjective

1. Making a low continuous indistinct sound

  • "Like murmuring waves"
  • "Susurrant voices"
    synonym:
  • murmuring
  • ,
  • susurrant
  • ,
  • whispering

1. Κάνοντας ένα χαμηλό συνεχή αδιαμφισβήτητο ήχο

  • "Σαν να μουρμουρίζουν κύματα"
  • "Φωνές επιβλαβών"
συνώνυμο:
  • μουρμουρίζει,
  • επιστάτησ,
  • ψιθυρίζω

Examples of using

I heard my parents whispering last night.
Άκουσα τους γονείς μου να ψιθυρίζουν χθες το βράδυ.