Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Weep

/wip/

verb

1. Shed tears because of sadness, rage, or pain

  • "She cried bitterly when she heard the news of his death"
  • "The girl in the wheelchair wept with frustration when she could not get up the stairs"
    synonym:
  • cry
  • ,
  • weep

1. Ρίξτε δάκρυα λόγω της θλίψης, της οργής ή του πόνου

  • "Κλαίει πικρά όταν άκουσε την είδηση του θανάτου του"
  • "Το κορίτσι στην αναπηρική καρέκλα έκλαψε με απογοήτευση όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί τα σκαλιά"
συνώνυμο:
  • κλαίω,
  • κλαίω

Examples of using

Rejoice with them that do rejoice, and weep with them that weep.
Χαίρεσαι μαζί τους που χαίρονται και κλαις μαζί τους που κλαίνε.