Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "weave" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ύφανση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Weave

[Ύφανση]
/wiv/

noun

1. Pattern of weaving or structure of a fabric

    synonym:
  • weave

1. Μοτίβο ύφανσης ή δομή ενός υφάσματος

συνώνυμο:
  • ύφανση

verb

1. Interlace by or as if by weaving

    synonym:
  • weave
  • ,
  • interweave

1. Ενταφιαστείτε από ή σαν να υφαίνοντας

συνώνυμο:
  • ύφανση,
  • ενδοϋφαίνω

2. Create a piece of cloth by interlacing strands of fabric, such as wool or cotton

  • "Tissue textiles"
    synonym:
  • weave
  • ,
  • tissue

2. Δημιουργήστε ένα κομμάτι ύφασμα με την εναλλαγή των κλώνων του υφάσματος, όπως το μαλλί ή το βαμβάκι

  • "Υφάσματα ιστού"
συνώνυμο:
  • ύφανση,
  • ιστός

3. Sway to and fro

    synonym:
  • waver
  • ,
  • weave

3. Παρασυρθείτε προς και προς

συνώνυμο:
  • αμφιταλαντευόμενοσ,
  • ύφανση

4. To move or cause to move in a sinuous, spiral, or circular course

  • "The river winds through the hills"
  • "The path meanders through the vineyards"
  • "Sometimes, the gout wanders through the entire body"
    synonym:
  • weave
  • ,
  • wind
  • ,
  • thread
  • ,
  • meander
  • ,
  • wander

4. Να κινηθεί ή να προκαλέσει την κίνηση σε μια αμαρτωλή, σπειροειδή, ή κυκλική πορεία

  • "Το ποτάμι περνάει μέσα από τους λόφους"
  • "Το μονοπάτι περνά μέσα από τους αμπελώνες"
  • "Μερικές φορές, η ουρική αρθρίτιδα περιπλανιέται σε ολόκληρο το σώμα"
συνώνυμο:
  • ύφανση,
  • άνεμος,
  • νήμα,
  • μαίανδρος,
  • περιπλανώμαι

Examples of using

My grandmother likes to weave things.
Η γιαγιά μου αρέσει να υφαίνει πράγματα.