Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Wearying

/wiriɪŋ/

adjective

1. Producing exhaustion

  • "An exhausting march"
  • "The visit was especially wearing"
    synonym:
  • exhausting
  • ,
  • tiring
  • ,
  • wearing
  • ,
  • wearying

1. Παραγωγή εξάντλησης

  • "Μια εξαντλητική πορεία"
  • "Η επίσκεψη φορούσε ιδιαίτερα"
συνώνυμο:
  • εξάντληση,
  • κουραστικόσ,
  • φορώντασ,
  • κουρασμένος