Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Washroom

/wɑʃrum/

noun

1. A lavatory (particularly a lavatory in a public place)

    synonym:
  • washroom

1. Μια τουαλέτα (ιδιαίτερα μια τουαλέτα σε δημόσιο χώρο)

συνώνυμο:
  • τουαλέτα

Examples of using

Where is the washroom?
Πού είναι η τουαλέτα?
Where's the washroom?
Πού είναι η τουαλέτα?