Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Washed

/wɑʃt/

adjective

1. Clean by virtue of having been washed in water

    synonym:
  • washed
  • ,
  • water-washed

1. Καθαρίστε λόγω του ότι έχετε πλυθεί στο νερό

συνώνυμο:
  • πλένονται,
  • πλυμένος με νερό

2. Wet as from washing

  • Sometimes used in combination
  • "Rain-washed"
    synonym:
  • washed

2. Βρεγμένος όπως το πλύσιμο

  • Μερικές φορές χρησιμοποιείται σε συνδυασμό
  • "Πλυμένος με σιτάρι"
συνώνυμο:
  • πλένονται

Examples of using

My makeup has washed off.
Το μακιγιάζ μου έχει ξεπλυθεί.
This underwear needs to be washed.
Αυτό το εσώρουχο πρέπει να πλυθεί.
That material's going to shrink if it's washed.
Αυτό το υλικό θα συρρικνωθεί αν πλυθεί.