Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Warping

/wɔrpɪŋ/

noun

1. A moral or mental distortion

    synonym:
  • warp
  • ,
  • warping

1. Ηθική ή ψυχική διαστρέβλωση

συνώνυμο:
  • στρέβλωση,
  • στρέβλωση