Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "wanderer" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "περιηγητής" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Wanderer

[Περιπλανώμενοσ]
/wɑndərər/

noun

1. Someone who leads a wandering unsettled life

    synonym:
  • wanderer
  • ,
  • roamer
  • ,
  • rover
  • ,
  • bird of passage

1. Κάποιος που οδηγεί μια περιπλανώμενη ανήσυχη ζωή

συνώνυμο:
  • περιπλανώμενοσ,
  • περιπλανώμενοσ,
  • ρόβερ,
  • πουλί του περάσματος

2. A computer program that prowls the internet looking for publicly accessible resources that can be added to a database

  • The database can then be searched with a search engine
    synonym:
  • spider
  • ,
  • wanderer

2. Ένα πρόγραμμα υπολογιστή που αναζητά το διαδίκτυο πόρους που μπορούν να προστεθούν σε μια βάση δεδομένων

  • Η βάση δεδομένων μπορεί στη συνέχεια να αναζητηθεί με μια μηχανή αναζήτησης
συνώνυμο:
  • αράχνη,
  • περιπλανώμενοσ