Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Vicinity

/vəsɪnəti/

noun

1. A surrounding or nearby region

  • "The plane crashed in the vicinity of asheville"
  • "It is a rugged locality"
  • "He always blames someone else in the immediate neighborhood"
  • "I will drop in on you the next time i am in this neck of the woods"
    synonym:
  • vicinity
  • ,
  • locality
  • ,
  • neighborhood
  • ,
  • neighbourhood
  • ,
  • neck of the woods

1. Μια γύρω ή κοντινή περιοχή

  • "Το αεροπλάνο συνετρίβη κοντά στο άσβιλ"
  • "Είναι μια τραχιά τοποθεσία"
  • "Κατηγορεί πάντα κάποιον άλλο στην άμεση γειτονιά"
  • "Θα πέσω πάνω σου την επόμενη φορά που θα είμαι σε αυτό το λαιμό του δάσους"
συνώνυμο:
  • περιοχή,
  • τοποθεσία,
  • γειτονιά,
  • γειτονιά,
  • λαιμός του δάσους