Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Vicariously

/vaɪkɛriəsli/

adverb

1. Indirectly, as, by, or through a substitute

  • "She enjoyed the wedding vicariously"
    synonym:
  • vicariously

1. Έμμεσα, όπως, μέσω ή μέσω ενός υποκατάστατου

  • "Απόλαυσε το γάμο αντιπροσωπευτικά"
συνώνυμο:
  • αντιπροσωπευτικά