Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Vet

/vɛt/

noun

1. A doctor who practices veterinary medicine

    synonym:
  • veterinarian
  • ,
  • veterinary
  • ,
  • veterinary surgeon
  • ,
  • vet

1. Ένας γιατρός που ασκεί κτηνιατρική ιατρική

συνώνυμο:
  • κτηνίατρος,
  • κτηνιατρικός,
  • κτηνίατρος χειρουργός,
  • κτηνίατρος

2. A person who has served in the armed forces

    synonym:
  • veteran
  • ,
  • vet
  • ,
  • ex-serviceman

2. Είναι ένα άτομο που έχει υπηρετήσει στις ένοπλες δυνάμεις

συνώνυμο:
  • βετεράνος,
  • κτηνίατρος,
  • πρώην συντηρητικός

verb

1. Work as a veterinarian

  • "She vetted for the farms in the area for many years"
    synonym:
  • vet

1. Εργασία ως κτηνίατρος

  • "Έλεγξε για τα αγροκτήματα στην περιοχή για πολλά χρόνια"
συνώνυμο:
  • κτηνίατρος

2. Examine carefully

  • "Someone should vet this report before it goes out"
    synonym:
  • vet

2. Εξετάστε προσεκτικά

  • "Κάποιος πρέπει να ελέγξει αυτή την έκθεση πριν βγει έξω"
συνώνυμο:
  • κτηνίατρος

3. Provide (a person) with medical care

    synonym:
  • vet

3. Παρέχετε (α άτομο) με ιατρική περίθαλψη

συνώνυμο:
  • κτηνίατρος

4. Provide veterinary care for

    synonym:
  • vet

4. Παρέχετε κτηνιατρική φροντίδα για

συνώνυμο:
  • κτηνίατρος

Examples of using

Mary wants to become a vet because she loves animals.
Η Μαίρη θέλει να γίνει κτηνίατρος επειδή αγαπά τα ζώα.