Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Venue

/vɛnju/

noun

1. The scene of any event or action (especially the place of a meeting)

    synonym:
  • venue
  • ,
  • locale
  • ,
  • locus

1. Η σκηνή οποιουδήποτε γεγονότος ή δράσης (ειδικά ο τόπος συνάντησης)

συνώνυμο:
  • χώρος,
  • τοπική περιοχή,
  • τόποσ

2. In law: the jurisdiction where a trial will be held

    synonym:
  • venue

2. Νόμος: η δικαιοδοσία στην οποία θα διεξαχθεί δίκη

συνώνυμο:
  • χώρος