Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "venom" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "βουνό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Venom

[Δηλητήριο]
/vɛnəm/

noun

1. Toxin secreted by animals

  • Secreted by certain snakes and poisonous insects (e.g., spiders and scorpions)
    synonym:
  • venom

1. Τοξίνη που εκκρίνεται από ζώα

  • Εκκρίνεται από ορισμένα φίδια και δηλητηριώδη έντομα (π.χ., αράχνες και σκορπιούς)
συνώνυμο:
  • δηλητήριο

2. Feeling a need to see others suffer

    synonym:
  • malice
  • ,
  • maliciousness
  • ,
  • spite
  • ,
  • spitefulness
  • ,
  • venom

2. Αίσθημα ανάγκης να βλέπουμε τους άλλους να υποφέρουν

συνώνυμο:
  • κακία,
  • κακόβουλο,
  • παραφράζω,
  • κακία,
  • δηλητήριο