Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Venerate

/vɛnəret/

verb

1. Regard with feelings of respect and reverence

  • Consider hallowed or exalted or be in awe of
  • "Fear god as your father"
  • "We venerate genius"
    synonym:
  • reverence
  • ,
  • fear
  • ,
  • revere
  • ,
  • venerate

1. Σεβασμός με αισθήματα σεβασμού και ευλάβειας

  • Σκεφτείτε τον ενθουσιασμό ή τον εξυψωμένο ή να είστε σε δέος
  • "Φοβάσαι τον θεό ως πατέρα σου"
  • "Τιμούμε την ιδιοφυΐα"
συνώνυμο:
  • ευλάβεια,
  • φόβος,
  • επιτιμώ,
  • τιμά