Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Vascular

/væskjələr/

adjective

1. Of or relating to or having vessels that conduct and circulate fluids

  • "Vascular constriction"
  • "A vascular bundle"
    synonym:
  • vascular

1. Από ή σχετίζονται με σκάφη που διεξάγουν και κυκλοφορούν υγρά

  • "Αγγειακή συστολή"
  • "Μια αγγειακή δέσμη"
συνώνυμο:
  • αγγειακός