Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "vague" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "πανούκλα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Vague

[Βανγκ]
/veg/

adjective

1. Not clearly understood or expressed

  • "An obscure turn of phrase"
  • "An impulse to go off and fight certain obscure battles of his own spirit"-anatole broyard
  • "Their descriptions of human behavior become vague, dull, and unclear"- p.a.sorokin
  • "Vague...forms of speech...have so long passed for mysteries of science"- john locke
    synonym:
  • obscure
  • ,
  • vague

1. Δεν είναι σαφώς κατανοητό ή εκφρασμένο

  • "Μια σκοτεινή στροφή της φράσης"
  • "Μια ώθηση να φύγει και να πολεμήσει κάποιες σκοτεινές μάχες του δικού του πνεύματος"-ανατολέ μπρόιαρντ
  • "Οι περιγραφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς τους γίνονται ασαφείς, θαμπές και ασαφείς"- π.α.σορόκιν
  • "Πανούκλα.οι μορφές του λόγου έχουν περάσει τόσο καιρό για τα μυστήρια της επιστήμης" - τζον λοκ.
συνώνυμο:
  • σκοτεινόσ,
  • ασαφής

2. Not precisely limited, determined, or distinguished

  • "An undefined term"
  • "Undefined authority"
  • "Some undefined sense of excitement"
  • "Vague feelings of sadness"
  • "A vague uneasiness"
    synonym:
  • undefined
  • ,
  • vague

2. Δεν είναι ακριβώς περιορισμένη, προσδιορισμένη ή διακεκριμένη

  • "Απροσδιόριστος όρος"
  • "Απροσδιόριστη αρχή"
  • "Κάποια απροσδιόριστη αίσθηση ενθουσιασμού"
  • "Ανόητα συναισθήματα θλίψης"
  • "Μια αόριστη ανησυχία"
συνώνυμο:
  • απροσδιόριστοσ,
  • ασαφής

3. Lacking clarity or distinctness

  • "A dim figure in the distance"
  • "Only a faint recollection"
  • "Shadowy figures in the gloom"
  • "Saw a vague outline of a building through the fog"
  • "A few wispy memories of childhood"
    synonym:
  • dim
  • ,
  • faint
  • ,
  • shadowy
  • ,
  • vague
  • ,
  • wispy

3. Έλλειψη σαφήνειας ή διακριτικότητας

  • "Μια αμυδρή φιγούρα στην απόσταση"
  • "Μόνο μια αμυδρή ανάμνηση"
  • "Σκιώδεις φιγούρες στο σκοτάδι"
  • "Είδα ένα αόριστο περίγραμμα ενός κτιρίου μέσα από την ομίχλη"
  • "Λίγες σοφές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας"
συνώνυμο:
  • αμυδρό,
  • αμυδρότητα,
  • σκιερός,
  • ασαφής,
  • σοφός

Examples of using

There any many answers to this questions, and many legends are created about the Devil’s stone by the people: human mind cannot calm down until it explains to itself the dark, the unknows, the vague.
Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, και πολλοί θρύλοι δημιουργούνται για την πέτρα του Διαβόλου από τους ανθρώπους, ο αόριστος.
Tom gave Mary a vague answer.
Ο Τομ έδωσε στη Μαίρη μια αόριστη απάντηση.
Tom gave a vague answer.
Ο Τομ έδωσε μια αόριστη απάντηση.