Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "urinate" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "μουρίνα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Urinate

[Ουρητικόσ]
/jərənet/

verb

1. Pass after the manner of urine

  • "The sick men urinated blood"
    synonym:
  • urinate

1. Περάστε μετά τον τρόπο των ούρων

  • "Οι άρρωστοι άνδρες ούρησαν αίμα"
συνώνυμο:
  • ουρικό

2. Eliminate urine

  • "Again, the cat had made on the expensive rug"
    synonym:
  • make
  • ,
  • urinate
  • ,
  • piddle
  • ,
  • puddle
  • ,
  • micturate
  • ,
  • piss
  • ,
  • pee
  • ,
  • pee-pee
  • ,
  • make water
  • ,
  • relieve oneself
  • ,
  • take a leak
  • ,
  • spend a penny
  • ,
  • wee
  • ,
  • wee-wee
  • ,
  • pass water

2. Εξαλείψτε τα ούρα

  • "Καλά, η γάτα είχε φτιάξει το ακριβό χαλί"
συνώνυμο:
  • βγάζω,
  • ουρικό,
  • πίντσα,
  • λακκούβα,
  • εικονίζω,
  • ευθυμία,
  • πατούσα,
  • πιε,
  • φτιάχνω νερό,
  • ανακουφίζω,
  • παίρνω διαρροή,
  • περάστε μια δεκάρα,
  • μωρό μου,
  • ανατολικός,
  • περνώ νερό