Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Urgently

/ərʤəntli/

adverb

1. With great urgency

  • "Health care reform is needed urgently"
  • "The soil desperately needed potash"
    synonym:
  • urgently
  • ,
  • desperately

1. Με μεγάλη επείγουσα ανάγκη

  • "Η μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης είναι επειγόντως απαραίτητη"
  • "Το έδαφος χρειαζόταν απεγνωσμένα ποτάσα"
συνώνυμο:
  • επειγόντως,
  • απελπισμένα