Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unworkable

/ənwərkəbəl/

adjective

1. Not capable of being carried out or put into practice

  • "Refloating the sunken ship proved impracticable because of its fragility"
  • "A suggested reform that was unfeasible in the prevailing circumstances"
    synonym:
  • impracticable
  • ,
  • infeasible
  • ,
  • unfeasible
  • ,
  • unworkable

1. Δεν είναι σε θέση να εφαρμοστεί ή να τεθεί σε εφαρμογή

  • "Η ανακαίνιση του βυθισμένου πλοίου αποδείχθηκε ανέφικτη λόγω της ευθραυστότητάς του"
  • "Μια προτεινόμενη μεταρρύθμιση που ήταν ανέφικτη υπό τις επικρατούσες συνθήκες"
συνώνυμο:
  • ανέφικτοσ,
  • ανέφικτοσ,
  • ανέφικτοσ,
  • ανεφάρμοστοσ