Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unwise

/ənwaɪz/

adjective

1. Showing or resulting from lack of judgment or wisdom

  • "An unwise investor is soon impoverished"
    synonym:
  • unwise

1. Εμφάνιση ή προκύπτουσα από έλλειψη κρίσης ή σοφίας

  • "Ένας σοφός επενδυτής σύντομα φτωχαίνει"
συνώνυμο:
  • ασύλληπτοσ

2. Not appropriate to the purpose

    synonym:
  • inexpedient
  • ,
  • unwise

2. Δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό

συνώνυμο:
  • ανεξήγητοσ,
  • ασύλληπτοσ

Examples of using

She ignored him, which proved unwise.
Τον αγνόησε, πράγμα που αποδείχθηκε ασύνετο.
I felt that the plan was unwise.
Ένιωσα ότι το σχέδιο δεν ήταν συνετό.