Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unthinkingly

/ənθɪŋkɪŋli/

adverb

1. In a thoughtless manner

  • "He stared thoughtlessly at the picture"
    synonym:
  • thoughtlessly
  • ,
  • unthinkingly
  • ,
  • unthinking

1. Με απερίσκεπτο τρόπο

  • "Έβλεπε απερίσκεπτα την εικόνα"
συνώνυμο:
  • απερίσκεπτα,
  • απερίσκεπτα,
  • αποσύνδεση