Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unseemly

/ənsimli/

adjective

1. Not in keeping with accepted standards of what is right or proper in polite society

  • "Was buried with indecent haste"
  • "Indecorous behavior"
  • "Language unbecoming to a lady"
  • "Unseemly to use profanity"
  • "Moved to curb their untoward ribaldry"
    synonym:
  • indecent
  • ,
  • indecorous
  • ,
  • unbecoming
  • ,
  • uncomely
  • ,
  • unseemly
  • ,
  • untoward

1. Όχι σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα για το τι είναι σωστό ή κατάλληλο στην ευγενική κοινωνία

  • "Θαμμένος με άσεμνη βιασύνη"
  • "Ανεξίτηλη συμπεριφορά"
  • "Γλώσσα που δεν έρχεται σε μια κυρία"
  • "Απλά δεν χρησιμοποιεί βέβηλο"
  • "Κινήθηκε για να περιορίσει την ανεπιθύμητη ριμπαλντρία τους"
συνώνυμο:
  • άσεμνος,
  • ανεπιθύμητοσ,
  • ανεπιτήδευτοσ,
  • ανεπιθύμητα,
  • ανεπιφύλακτα,
  • ανεπιτήδευτοσ