Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unproven

/ənpruvən/

adjective

1. Not proved

  • "Unproved allegations"
  • "Unproved assumptions"
    synonym:
  • unproved
  • ,
  • unproven

1. Δεν αποδείχθηκε

  • "Αναπόδεικτοι ισχυρισμοί"
  • "Αναπόδεικτες παραδοχές"
συνώνυμο:
  • αναπόδεικτοσ,
  • αναπόδεικτοσ