Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unnecessary

/ənnɛsəsɛri/

adjective

1. Not necessary

    synonym:
  • unnecessary
  • ,
  • unneeded

1. Δεν είναι απαραίτητο

συνώνυμο:
  • περιττός,
  • αχρείαστοσ

Examples of using

Civilization is the limitless multiplication of unnecessary necessities.
Ο πολιτισμός είναι ο απεριόριστος πολλαπλασιασμός των περιττών αναγκών.
They discarded unnecessary things.
Απορρίπτουν περιττά πράγματα.
If two men always have the same opinion, one of them is unnecessary.
Εάν δύο άνδρες έχουν πάντα την ίδια γνώμη, ένας από αυτούς είναι περιττός.