Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unlucky

/ənləki/

adjective

1. Having or bringing misfortune

  • "Friday the 13th is an unlucky date"
    synonym:
  • unlucky
  • ,
  • luckless

1. Έχοντας ή φέρνοντας ατυχία

  • "Παρασκευή 13 είναι μια άτυχη ημερομηνία"
συνώνυμο:
  • άτυχος,
  • ατυχία

2. Marked by or promising bad fortune

  • "Their business venture was doomed from the start"
  • "An ill-fated business venture"
  • "An ill-starred romance"
  • "The unlucky prisoner was again put in irons"- w.h.prescott
    synonym:
  • doomed
  • ,
  • ill-fated
  • ,
  • ill-omened
  • ,
  • ill-starred
  • ,
  • unlucky

2. Σημαδεμένο από ή υποσχόμενη κακή τύχη

  • "Το επιχειρηματικό τους εγχείρημα ήταν καταδικασμένο από την αρχή"
  • "Μια κακή επιχειρηματική επιχείρηση"
  • "Ένας ρομαντισμός με κακή αστέρι"
  • "Ο άτυχος κρατούμενος τοποθετήθηκε και πάλι σε σίδερα" - β.χ.πρέσκοτ
συνώνυμο:
  • καταδικασμένος,
  • ανεπαρκείσ,
  • κακομοίρασε,
  • αστεροειδής,
  • άτυχος

Examples of using

Is it true that Japanese think four is an unlucky number?
Είναι αλήθεια ότι οι Ιάπωνες πιστεύουν ότι τέσσερα είναι ένας άτυχος αριθμός?
Is it true that Japanese think the number four is unlucky?
Είναι αλήθεια ότι οι Ιάπωνες πιστεύουν ότι ο αριθμός τέσσερα είναι άτυχος?
I'm unlucky.
Είμαι άτυχος.