Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unicellular

/junɪsɛljələr/

adjective

1. Having or consisting of a single cell

    synonym:
  • unicellular

1. Αποτελείται ή αποτελείται από ένα μόνο κύτταρο

συνώνυμο:
  • μονοκύτταρο