Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unhurt

/ənhərt/

adjective

1. Not injured

    synonym:
  • unharmed
  • ,
  • unhurt
  • ,
  • unscathed
  • ,
  • whole

1. Δεν τραυματίστηκε

συνώνυμο:
  • ανεμπόδιστοσ,
  • αποσυνδέω,
  • αποσυνδεδεμένη,
  • σύνολο

2. Free from danger or injury

  • "The children were found safe and sound"
    synonym:
  • safe and sound
  • ,
  • unhurt

2. Απαλλαγμένος από τον κίνδυνο ή τον τραυματισμό

  • "Τα παιδιά βρέθηκαν ασφαλή και υγιή"
συνώνυμο:
  • ασφαλής και υγιής,
  • αποσυνδέω