Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unhappiness

/ənhæpinɪs/

noun

1. Emotions experienced when not in a state of well-being

    synonym:
  • sadness
  • ,
  • unhappiness

1. Τα συναισθήματα βιώνονται όταν δεν βρίσκονται σε κατάσταση ευεξίας

συνώνυμο:
  • θλίψη,
  • δυστυχία

2. State characterized by emotions ranging from mild discontentment to deep grief

    synonym:
  • unhappiness

2. Κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα που κυμαίνονται από ήπια δυσαρέσκεια έως βαθιά θλίψη

συνώνυμο:
  • δυστυχία

Examples of using

One who knows no love knows no unhappiness.
Όποιος δεν γνωρίζει αγάπη δεν γνωρίζει δυστυχία.
War necessarily causes unhappiness.
Ο πόλεμος προκαλεί αναγκαστικά δυστυχία.
Her unhappiness turned to bliss when she heard his voice.
Η δυστυχία της μετατράπηκε σε ευδαιμονία όταν άκουσε τη φωνή του.