Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unfettered

/ənfɛtərd/

adjective

1. Not bound by shackles and chains

    synonym:
  • unchained
  • ,
  • unfettered
  • ,
  • unshackled
  • ,
  • untied

1. Δεν δεσμεύεται από δεσμά και αλυσίδες

συνώνυμο:
  • αμετάβλητο,
  • απεριόριστοσ,
  • ασυναγώνιστοσ,
  • ανεμπόδιστοσ