Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "uneven" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "ακόμη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Uneven

[Ανώμαλοσ]
/ənivən/

adjective

1. Not even or uniform as e.g. in shape or texture

  • "An uneven color"
  • "Uneven ground"
  • "Uneven margins"
  • "Wood with an uneven grain"
    synonym:
  • uneven

1. Ούτε καν ή ομοιόμορφη όπως π.χ. σε σχήμα ή υφή

  • "Ένα ανώμαλο χρώμα"
  • "Ακατάλληλο έδαφος"
  • "Ανοησία περιθώρια"
  • "Ξύλο με ένα ανώμαλο σιτάρι"
συνώνυμο:
  • ανώμαλοσ

2. (of a contest or contestants) not fairly matched as opponents

  • "Vaudeville...waged an uneven battle against the church"
    synonym:
  • mismatched
  • ,
  • uneven

2. ( ενός διαγωνισμού ή διαγωνιζόμενοι) δεν ταιριάζει αρκετά ως αντιπάλους

  • "Η βουδεβίλη έδωσε μια άνιση μάχη εναντίον της εκκλησίας"
συνώνυμο:
  • αναντιστοιχία,
  • ανώμαλοσ

3. Not divisible by two

    synonym:
  • odd
  • ,
  • uneven

3. Δεν διαιρείται με δύο

συνώνυμο:
  • περίεργος,
  • ανώμαλοσ

4. Variable and recurring at irregular intervals

  • "An uneven gait"
  • "Uneven spacing"
    synonym:
  • uneven

4. Μεταβλητή και επαναλαμβανόμενη σε ακανόνιστα διαστήματα

  • "Ένα ανώμαλο βάδισμα"
  • "Ακανόνιστο διάστημα"
συνώνυμο:
  • ανώμαλοσ

5. Lacking consistency

  • "The golfer hit the ball well but his putting was spotty"
    synonym:
  • spotty
  • ,
  • uneven
  • ,
  • scratchy

5. Έλλειψη συνέπειας

  • "Ο γκολφ χτύπησε καλά την μπάλα, αλλά η τοποθέτησή του ήταν πεντακάθαρη"
συνώνυμο:
  • πεντακάθαροσ,
  • ανώμαλοσ,
  • τραχύσ

Examples of using

The ground was very uneven.
Το έδαφος ήταν πολύ άνισο.