Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unemployment

/ənɪmplɔɪmənt/

noun

1. The state of being unemployed or not having a job

  • "Unemployment is a serious social evil"
  • "The rate of unemployment is an indicator of the health of an economy"
    synonym:
  • unemployment

1. Η κατάσταση του να είσαι άνεργος ή να μην έχεις δουλειά

  • "Η ανεργία είναι ένα σοβαρό κοινωνικό κακό"
  • "Το ποσοστό ανεργίας είναι ένας δείκτης της υγείας μιας οικονομίας"
συνώνυμο:
  • ανεργία

Examples of using

This year unemployment will reach record levels.
Φέτος η ανεργία θα φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ.
Who is responsible for high unemployment?
Ποιος είναι υπεύθυνος για την υψηλή ανεργία?
This increase in unemployment is a consequence of the recession.
Αυτή η αύξηση της ανεργίας είναι συνέπεια της ύφεσης.