Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Undying

/əndaɪɪŋ/

adjective

1. Never dying

  • "His undying fame"
    synonym:
  • deathless
  • ,
  • undying

1. Ποτέ δεν πεθαίνεις

  • "Απελπισμένη φήμη"
συνώνυμο:
  • αθάνατοσ,
  • αναίρεση