Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Undaunted

/əndɔntɪd/

adjective

1. Unshaken in purpose

  • "Wholly undismayed by the commercial failure of the three movies he had made"
    synonym:
  • undaunted
  • ,
  • undismayed
  • ,
  • unshaken

1. Ακλόνητο σκόπιμα

  • "Απερίσκεπτα από την εμπορική αποτυχία των τριών ταινιών που είχε κάνει"
συνώνυμο:
  • ατρόμητοσ,
  • απόλυτοσ,
  • ακλόνητοσ

2. Resolutely courageous

  • "Undaunted in the face of death"
    synonym:
  • undaunted

2. Αποφασιστικά θαρραλέα

  • "Αποθαρρυμένος απέναντι στο θάνατο"
συνώνυμο:
  • ατρόμητοσ