Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unbearably

/ənbɛrəbli/

adverb

1. To an unbearable degree

  • "It was unbearably hot in the room"
    synonym:
  • unbearably

1. Σε αφόρητο βαθμό

  • "Ήταν αφόρητα ζεστό στο δωμάτιο"
συνώνυμο:
  • αφόρητα

Examples of using

It is unbearably hot this summer.
Είναι αφόρητα ζεστό αυτό το καλοκαίρι.