Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unassuming

/ənəsumɪŋ/

adjective

1. Not arrogant or presuming

  • "Unassuming to a fault, skeptical about the value of his work"
  • "A shy retiring girl"
    synonym:
  • retiring
  • ,
  • unassuming

1. Όχι αλαζονική ή υποτιθέμενη

  • "Ανυπολόγιστος σε ένα σφάλμα, σκεπτικός για την αξία της δουλειάς του"
  • "Ένα ντροπαλό κορίτσι που συνταξιοδοτείται"
συνώνυμο:
  • αποσύρω,
  • απαράμιλλοσ