Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unapproachable

/ənəproʊʧəbəl/

adjective

1. Discouraging intimacies

  • Reserved
  • "An unapproachable executive"
    synonym:
  • unapproachable

1. Αποθαρρύνοντας τις οικειότητες

  • Επιφυλακτικόσ
  • "Ένας απρόσιτος εκτελεστικός"
συνώνυμο:
  • απρόσιτοσ

2. Inaccessibly located or situated

  • "An unapproachable chalet high in the mountains"
  • "An unreachable canyon"
  • "The unreachable stars"
    synonym:
  • unapproachable
  • ,
  • unreachable
  • ,
  • unreached
  • ,
  • out of reach(p)

2. Απρόσιτα τοποθετημένο ή βρίσκεται

  • "Ένα απρόσιτο σαλέ ψηλά στα βουνά"
  • "Ένα απρόσιτο φαράγγι"
  • "Τα απρόσιτα αστέρια"
συνώνυμο:
  • απρόσιτοσ,
  • απρόσιτοσ,
  • απεριόριστοσ,
  • από την προσιτότητα()